Κάποτε στη Λέσβο
Όσοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά μέχρι τη δεκαετία του 1970, μπορούσαν ίσως να καυχηθούν πως είχαν συναντήσει τις αμέτρητες πρωταρχικές αλήθειες σε κάθε νησί και τόπο, όσες αναπόφευκτα άλλωστε τις έφερνε το Πέλαγος καθώς νόμιζαν. Αν ήταν δυνατόν, θα μπορούσαν πάλι εκείνες, ακόμη και να αναδείξουν την ψυχή ολόκληρης της χώρας, πίσω δηλαδή από το… αναπόφευκτα άφθαρτο αρχαιολογικό της επίχρισμα.
Όλα φαινόντουσαν να καταλαμβάνουν τη θέση που τους αναλογούσε: η φτώχεια που τότε θεωρούνταν καθαγιασμός… για όσους άλλωστε την παρατηρούσαν ως τουρίστες, ο μόχθος των ταπεινών, η πάλι η ζωντανή παράδοση – αυτή των τεχνοτροπιών καθώς και εκείνη των επαγγελμάτων και των εν χρήσει εργαλείων. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι εδώ και χρόνια, αυτή η μακρά παράδοση… έγκειται πλέον εκτός τόπου και πως οι ραγδαίες αλλαγές, ξεκινώντας από τον τουρισμό και τις μηχανές της νεωτερικότητας, έχουν όπως αναμενόταν, ανατρέψει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των νοοτροπιών.
Αυτή ήταν η Ελλάδα των νησιών της και βεβαίως της Λέσβου, πατρίδα ήδη τόσο αγαπητή στους επιφανείς ποιητές της χώρας όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης, η ίδια ακριβώς χώρα που ο ακούραστος ταξιδιώτης Γάλλος Ζακ Λακαριέρ (1925-2005) ανακάλυψε για πρώτη φορά με την ομάδα Αρχαίου Θεάτρου της Σορβόννης το 1947, για να την αφηγηθεί αργότερα μεγαλοπρεπώς στο έργο του “Το Ελληνικό Καλοκαίρι”, η πρώτη έκδοση του οποίου χρονολογείται από το 1976.
Βρέθηκα με τη σειρά μου στη Λέσβο υπό την ιδιότητα του ασκούμενου επί του πτυχίου τότε (1989), κοινωνικού ανθρωπολόγου του τμήματος εθνολογίας – του γαλλικού Πανεπιστημίου Paris-X Nanterre. Το νησί, μου ήταν γνώριμο, όχι όμως και η συγκεκριμένη κοινότητα αλιέων της Σκάλας Καλλονής, εκεί όπου αποφάσισα να μείνω για μερικές εβδομάδες πραγματοποιώντας την επιτόπια έρευνα πεδίου, διαβατήρια θα έλεγα τελετή για κάθε εκκολαπτόμενο επιστήμονα του κλάδου.
Για τον αναγνώστη δε που επιθυμεί να εμβαθύνει στο θέμα, αλλά και να ξαναζήσει εν θερμώ την περιρρέουσα κοινωνική και πολιτική ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, δημοσίευσα προσφάτως το πρωτότυπο και αυθεντικό κείμενο των ημερολογιακών μου καταγραφών στα γαλλικά – ευελπιστώντας πως θα μπορέσω να το εκδώσω επίσης στα ελληνικά και στα αγγλικά: “Ημερολόγιο ενός νεαρού εθνολόγου στη Λέσβο (1989): Ταξίδι στην ξεχασμένη Ελλάδα των ψαράδων της σαρδέλας, σε υποκειμενική προσμονή του επερχόμενου χάους” – “Carnet d’un jeune ethnologue à Lesbos (1989): Voyage dans la Grèce oubliée des pêcheurs à la sardine, en anticipation subjective du chaos à venir”.
Ημερολόγια ενός νεαρού εθνολόγου στη Λέσβο, 1989
Σε συνάρτηση επομένως με την προδιαγραφόμενη τότε ήδη υποβάθμιση, αναδύεται η σημερινή πλέον ζοφερή οικολογική συγχρονία του κόλπου της Καλλονής, για την οποία, άλλοι ειδικοί, ως κοινωνοί διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων (περιβαλλοντολόγοι) έχουν αποφανθεί με αφοπλιστική σαφήνεια αλλά και δικαιολογημένη πικρία ως προς τα τεκταινόμενα της τελευταίας τριακονταετίας. Η δε παρούσα δημοσίευση διακατέχεται συνεπώς και από την επιθυμία της (ανοικτής και προς συζήτηση) διαθεματικής – διεπιστημονικής ει δυνατόν προσέγγισης.
Ως γνωστόν οι οικισμοί ανάμεσα στην Καλλονή και στο επίνειό της, δηλαδή το Κεράμι, τα Παπιανά, τα Αργιανά και βεβαίως η Σκάλα, συνθέτουν μια ενοποιημένη κοινότητα, με διαχωριστικές όμως νοητές και μη γραμμές. Πρόκειται για κοινότητες και συλλογικότητες αγροτικού χαρακτήρα, με εξαίρεση τη Σκάλα όπου η ενασχόληση με την αλιεία αποτέλεσε τον κύριο βιοπορισμό από τότε που οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες το ’22. Τρεις οικισμοί δεμένοι αλλά εν τέλει ξεχωριστοί.
Η επιτόπια λοιπόν αυτή έρευνα στη Σκάλα Καλλονής, στόχευε στην καταγραφή των δραστηριοτήτων, της αλιείας περισσότερο, της σχέσης της με την εντόπια κοινωνικότητα και εν τέλει τη αλληλεξάρτησή της με το περιβάλλον, και με χρονικό κύκλο τη διάρκεια ενός πλήρους ημερολογιακού έτους. Ταυτόχρονα εξετάστηκαν οι εξελισσόμενες συναρθρώσεις της παράδοσης και της συγχρονικότητας της “ανάπτυξης”, τουλάχιστον κατά την αντιληπτικότητα, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις, τους ανταγωνισμούς και βεβαίως τους συμβολισμούς της τοπικής κοινωνίας.
Ημερολόγιο ενός νεαρού εθνολόγου στη Λέσβο, 1989
Ενίοτε οι μεταλλάξεις και οι άκαιρες μεταφορές παραδοσιακών προτύπων υπό νέους τεχνολογικούς και οικονομικούς όρους μπορούν να αποβούν μοιραίες για τη βιοποικιλότητα για παράδειγμα, σε διάστημα δε κάποτε, λίγων μόνο ετών. Στο παρόν κείμενο, εξετάζεται μια τέτοια περίπτωση, σχετιζόμενη με την (υπερ)αλιεία των οστρακοειδών στον κόλπο της Καλλονής και κυρίως των χτενιών τότε, το 1989, με δεδομένη πλέον σήμερα διακοπή της, μιας και το είδος έχει σχεδόν εκλείψει από τα νερά του υποβαθμισμένου πια οικοσυστήματος.
Ακόμα και σήμερα (2026), αρκετοί διαδικτυακοί και μη, τουριστικοί οδηγοί της περιοχής αναφέρονται με έμφαση στο γεγονός πως κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944) η αλιεία των χτενιών, περιόρισε αισθητά τις επιπτώσεις της πείνας στους όμορους πληθυσμούς της ενδοχώρας οι οποίοι υπέφεραν, ενώ αντίθετα, οι αλιείς της Σκάλας, αντιστρέφοντας την προπολεμική οικονομική συγκυρία, αντλούσαν ανενόχλητοι πόρους από το θαλάσσιο περιβάλλον.
Αναφέρουν μάλιστα σχετικά οι γεροντότεροι στις μαρτυρίες τους, πως οι ψαράδες της Σκάλας, έτρωγαν τα ψάρια τους με κλειστά τα παντζούρια, για να μην προκαλέσουν τη ζήλια και τον κοινό νου των συμπατριωτών τους γεωκτηνοτρόφων και βεβαίως αστών. Η σύντομη αυτή, μικρής πάντως διάρκειας διατάραξη “της τάξης του κόσμου”, έμεινε πάραυτα χαραγμένη στις μνήμες των κατοίκων, με επιπτώσεις έως τις μέρες μας ως προς την αντίληψη της (αποκλειστικής) δικαιοδοσίας στη διαχείριση του κόλπου από μέρους των ψαράδων.
Προβάλλεται δε ακόμα στις μέρες μας, το χτένι ως εμβληματικό έδεσμα του Κόλπου της Καλλονής σε συνδυασμό με τη σαρδέλα, ετεροχρονισμένη ασφαλώς προβολή μιας “παράδοσης” προς αδαείς δυνητικούς επισκέπτες, όταν βεβαίως τα χτένια έχουν προ πολλού εξαφανισθεί: “Ο Kόλπος της Kαλλονής ήταν πάντοτε και παραμένει λιμάνι εμπορικό, τόπος παραγωγής εκλεκτών ψαριών και οστρακοειδών αλλά και τόπος διακοπών και μελέτης της φύσης από τα χρόνια του Aριστοτέλη. Eδώ ο μεγάλος φιλόσοφος και οι μαθητές του Θεόφραστος και Φαινίας ο Eρέσιος έθεσαν τα θεμέλια της φυσικής ιστορίας μελετώντας τα φυτά, τα θαλασσινά, και τα ψάρια της περιοχής του Kόλπου που είναι μοναδικά – κωβιοί, κουτσουμούρες, σαρδέλες, χτένια, αστερίες κ.α.”, από τον ιστότοπο της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου στο ήδη κάπως μακρινό 2009.
Παράλληλα όμως και σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, οι συχνές νύξεις στον τοπικό τύπο, αναδεικνύουν το εύρος του προβλήματος, όταν για παράδειγμα παρουσιάζεται το “πρόγραμμα σωτηρίας για τα χτένια του κόλπου Καλλονής ως μια οργανωμένη παρέμβαση από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου μέσω της οποίας θα προστατευθεί ο υπάρχων γόνος, θα παχυνθεί και στη συνέχεια τα ώριμα σε ηλικία πλέον χτένια θα διασπαρθούν σε κατάλληλους βιότοπους του κόλπου για να αναπτυχθούν”.
Η λαγκάμνα, Σκάλα Καλλονής Λέσβου, 1989
“Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο κόστος για την υλοποίηση του έργου μπορεί να φαίνεται μεγάλο, επί της ουσίας όμως φαντάζει μικρό μπροστά στα οφέλη που θα έχει η τοπική οικονομία από την ανάκαμψη των πληθυσμών του χτενιού στον κόλπο Καλλονής. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το χτένι καταγράφεται στον κόλπο από την αρχαιότητα, ενώ μέχρι και την εξαφάνισή του στις μέρες μας, αποτελούσε το πρώτο εξαγώγιμο όστρακο από την περιοχή μας, συνδεδεμένο με την τοπική παράδοση και τη γαστρονομία της Λέσβου”, Στρατής Σαμιώτης, στην τότε εφημερίδα “Αιολικά Νέα” – 09/07/2008.
Το 1989 στον Κόλπο της Καλλονής, υπήρχε ωστόσο ακόμα σε αρκετές περιοχές χτένι (Chlamys glabra μεγέθους 40 με 70 χιλιοστών), ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις τα αλιευτικά εργαλεία ανέβαζαν στην επιφάνεια της θάλασσας και την περίφημη χτενομάνα (προφανώς του είδους Pecten maximus), η οποία καθώς ήταν αδύνατο λόγω (μικρού) αριθμού να εμπορευματοποιηθεί, γινόταν περιζήτητος μεζές στην ομήγυρη των ψαράδων ή στις οικογένειές τους.
Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, μελέτη του Πανεπιστημίου Πατρών, υπογράμμιζε τον κίνδυνο εξαφάνισης του είδους από τα νερά του σχετικά κλειστού κόλπου, λόγω της επικείμενης και ήδη διαφαινόμενης ρύπανσης από τις παράκτιες δραστηριότητες. Σύμφωνα δε με τις επικρατούσες συνθήκες στην περιοχή, ο κύκλος της ενηλικίωσης του χτενιού ολοκληρωνόταν περίπου σε τρία χρόνια, περίοδος κατά την οποία κάθε επέμβαση στους πληθυσμούς του μπορούσε να αποβεί μοιραία (Λυκάκης, 1986).
Η λαγκάμνα, Κόλπος της Καλλονής Λέσβου, 1989
Το οικοσύστημα αυτό παρουσιάζει πολλά διαμερίσματα περιλαμβάνοντας τα ζώα και τα φυτά (κυρίως Χλωροφύκη, Ροδοφύκη, Φαιοφύκη και θαλάσσια Αγγειόσπερμα), που ζουν προσκολλημένα στο βυθό, τα ζώα (κυρίως Αρθρόποδα, Εχινόδερμα και Γαστερόποδα Μαλάκια) που ζουν πάνω στο βυθό χωρίς να είναι προσκολλημένα και συχνά κινούνται ανάμεσα στα προσκολλημένα στο βυθό φυτά και ζώα και τέλος τα ζώα που κολυμπούν πάνω από το βυθό και ανάμεσα στα προσκολλημένα στο βυθό φυτά, κυρίως ψάρια και Γυμνοβράγχια Μαλάκια. Ο φυσικός ωστόσο ευτροφισμός των περιοχών αυτών τις καθιστά ιδανικές για την ανάπτυξη Δίθυρων Μαλακίων με εμπορική αξία όπως τα στρείδια, τα μύδια, τα χάβαρα, τα κυδώνια και τα χτένια, διάφορα είδη των γενών Pecten και Chlamys, (Παναγιωτίδης – Χατζημπίρος, 2004).
Αλιεύοντας λοιπόν το χτένι, οι κάτοικοι του Κόλπου της Καλλονής χρησιμοποιούσαν ένα παραδοσιακό συρόμενο στο βυθό εργαλείο, τη γνωστή λαγκάμνα, ένα δίκτυ/απόχη, προσαρμοσμένο σε έναν τριγωνικό μεταλλικό σκελετό. Πρόκειται για μια κινητή δράγα, η οποία σύρεται στο βυθό και χρησιμοποιείται για την αλίευση κυρίως οστράκων (χτένια, στρείδια, μύδια κι άλλα δίθυρα μαλάκια), παραλλαγές της οποίας έχουν καταγραφεί και ταξινομηθεί από την τεχνολογική εθνογραφία, σε διαφορετικές παράκτιες κοινότητες στην Ευρώπη και αλλού (Leroi-Gourhan, 1945), όπως για παράδειγμα στο γαλλικό νησί Houat του Ατλαντικού (Jorion, 1983), στην Ιταλία όπου χρησιμοποιείται και για το ψάρεμα της γλώσσας, ή στη Σύμη υπό την ονομασία γκαγκάβα, ως παράλληλη τεχνική για την σπογγαλιεία, (Μαμαλίγκα, 1986).
Χρησιμοποιείται επίσης πιο σπάνια η ονομασία αργαλειός, όπως μου μετέφεραν οι παλαιότεροι ψαράδες της Σκάλας. Πρόκειται για το ίδιο εργαλείο αλίευσης των οστράκων που βρίσκονται είτε σε βραχώδεις είτε σε αμμώδεις βυθούς, πλην όμως αρχικά μικρότερου (κατά το ήμισυ περίπου) μεγέθους. Κοινό πάντα χαρακτηριστικό, είναι η σιδερένια λάμα στη ράχη του οποίου υπάρχει ένας σάκος από δίχτυ ή ένα μεταλλικό καλάθι. Ο αργαλειός είναι αρκετά αποτελεσματικός αρκεί να μην αναπηδά έντονα κατά το σύρσιμο του στο βυθό.
Χτένι, Σκάλα Καλλονής Λέσβου, 1989
“Παλιά τις λαγκάμνες τις τραβούσαν με τα χέρια και στα ανοικτά, 4 με 5 οργιές βάθος. Στα ρηχά όπου γεννάει το πλάσμα δεν πήγαιναν γιατί ήταν ανώμαλος ο βυθός και σκάλωνε η λαγκάμνα, αδύνατον να την τραβήξεις με τα χέρια. Τώρα τραβάνε με μηχανή που έχει μεγάλη δύναμη και μπορούν και τραβάνε παντού, έτσι ο κόλπος χαλάει. Βγάζουν ακόμα και τα χτένια τα μικρά – κι ας συμφώνησαν από πριν να τα αφήσουν έτσι για γινάτι. Παλιά με 5-6 ώρες κουπί κουραζόσουν, τώρα με τις μηχανές πρωί, βράδυ να πάνε δεν τους πειράζει”, (καταγραφή συνομιλίας, Σκάλα Καλλονής, 13/03/1989).
Έτσι αρκετές περιοχές του κόλπου έμεναν σχεδόν αναλλοίωτες, διατηρώντας ορισμένες τουλάχιστον αποικίες χτενιών ανέπαφες. Τα νεαρά χτένια είχαν έτσι την δυνατότητα να ενηλικιωθούν και πέραν της κρίσιμης τριετίας όπου κάθε επέμβαση στον αριθμό τους μπορεί να αποβεί μοιραία. Προτάθηκαν συνεπώς και υιοθετήθηκαν διοικητικά και άλλα μέτρα για τον περιορισμό της αλιείας, τόσο ως προς την περιοδικότητα (Φεβρουάριος – Απρίλιος και κυκλικό σχήμα αλιείας ανά δεύτερο έτος), όσο και ως προς το μέγεθος (Λυκάκης, 1986).
Στόχος ήταν η προστασία του γόνου καθώς για παράδειγμα, η επιλεκτικότητα στο μέγεθος των οστράκων εξαρτάται από το μέγεθος του ματιών του διχτυού ή του μεταλλικού καλαθιού, ενώ ως προς τη χρήση της λαγκάμνας θεσμοθετήθηκαν αντίστοιχοι τοπικοί όσο και χρονικοί περιορισμοί. Πλην όμως, οι περιορισμοί αυτοί ελάχιστα τηρήθηκαν στην πράξη.
Τρεχαντήρι στο Αιγαίο. 2000
1. Χτενομάνα (Pecten maximus): σπάνιο, γίνεται διακοσμητικό στόλισμα στο σπίτι.
2. Χτένι (Chlamys glabra): το επιδιωκόμενο αλίευμα – προς πώληση σε συμφέρουσα τιμή.
3. Μικρό χτένι: αναμιγνύεται με το παραπάνω χτένι κανονικού προς πώληση μεγέθους ή καταναλώνεται ως περιζήτητος μεζές, (δεν ρίχνεται στη θάλασσα).
4. Άλλα οστρακοειδή, γίνονται μεζές.
5. Σουπιά: τεμαχίζεται για να χρησιμοποιηθεί ως δόλωμα.
6. Μικρά ψάρια: πάντα σε μικρό αριθμό, μεταφέρονται στο σπίτι για τις γάτες !
7. Αστερίας: του οφείλεται σεβασμός, ρίχνεται στη θάλασσα.
8. Καβούρια: θεωρούνται ως εχθρός, συνθλίβονται με ποδοπάτημα και ρίχνονται στη θάλασσα !
9. Βρώμα: η σαβούρα που πετιέται στη θάλασσα, λάσπη κυρίως, για κάθε κιλό χτενιού που αλιεύεται, ρίχνεται στη θάλασσα 60 κιλά σαβούρας.
10. Ατραγάνα : μικρό κοράλλι, μυρίζει άσχημα μόλις αποκολληθεί, πετιέται όσο το δυνατόν γρήγορα στη θάλασσα.
Από τις αναφορές κατοίκων Σκάλας Καλλονής – 1989.
Ημερολόγιο ενός νεαρού εθνολόγου στη Λέσβο, 1989
Επί των ημερών μας (δηλαδή κατά την παραμονή μου στην περιοχή το 1989), η βίαιη αυτή αποκόλλησή της και μαζί με τους άλλους απαραίτητους οργανισμούς από το βυθό του κόλπου που επίσης αφαιρούνται από τον βυθό, αντιστρέφει δραματικά τη σχέση ευεργετικού/βλαβερού ως προς το περιβάλλον με βάση την παραπάνω στερεοτυπική ιεράρχηση των αλιέων. Τα στερεότυπα του είδους, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του τεχνολογικού εξοπλισμού και των δυνατοτήτων του με την ταυτόχρονη επιδίωξη του υποτιθέμενου εύκολου και γρήγορου κέρδους υποθήκευσαν τις προοπτικές ενός αναπτυξιακού μοντέλου με γνώμονα την αειφορία.
Παρά τα Προεδρικά Διατάγματα του 1990 τα οποία καθόριζαν τους περιορισμούς της αλιείας των οστράκων στον κόλπο της Καλλονής για τα έτη 1991 και 1992, η υπεραλίευση (χαρακτηριζόμενη δικαίως και ως πλιάτσικο) συνεχίστηκε και δια της απαγορευμένης μεθόδου της χρήσης καταδυτικών μέσων, απειλώντας ολόκληρο το οικοσύστημα του κόλπου, με κίνδυνο πλέον ορατό, την κατάρρευση της περίφημης αλιείας της σαρδέλας (Μάργαρης, αρθρογραφία στο ΒΗΜΑ, 1991).
Για τους Σκαλιώτες, η εγκατάστασή τους επί δύο ή τρεις γενιές εκεί, δίχως (σχεδόν) παραχώρηση αγροτικής γης σε αντίθεση με τους πιο “φρόνιμους” (άρα και νομιμόφρονες) όμορους αγροτικούς πληθυσμούς, σήμαινε την εν δυνάμει και εσαεί “παραχώρηση” του κόλπου, για να μπορούν “δικαιωματικά να δουλεύουν τη θάλασσα” όπως έλεγαν οι ίδιοι, τουλάχιστον έως και τη δεκαετία του 1990.
Κόλπος της Καλλονής Λέσβου, 1989
Ήδη, η χορήγηση αδειών αλιείας στον κόλπο σε “ξένους έως Ιταλούς”, ενίσχυσε την τάση των ντόπιων για ξέφρενη (σχεδόν) εκμετάλλευση του θαλασσίου πλούτου, “για να τα προλάβουμε εμείς πριν μας τα πάρουν οι ξένοι”. Κατά την παραμονή μου στην Σκάλα, ορισμένοι ψαράδες συνέδεαν μάλιστα την παρουσία μου εκεί, με την σχεδιαζόμενη εγκατάσταση γαλλικών μονάδων οστρεοκαλλιέργειας και ιχθυοκαλλιέργειας, πιστεύοντας (αφελώς αλλά με δικαιολογημένη δυσπιστία) πως η ερευνητική μου δραστηριότητα αποτελούσε μέρος ενός σχεδίου άντλησης πληροφοριών με δόλιο τρόπο.
Το θέμα τότε ήταν η πιθανολογούμενη “ενοικίαση” μέρους του κόλπου σε ιδιώτες για οστρεοκαλλιέργειες και ιχθυοκαλλιέργειες, με την σχεδιαζόμενη χορήγηση αδειών γι’ αυτόν τον σκοπό σε αντίστοιχες εταιρείες γαλλικών συμφερόντων. Όντως, η γαλλική εταιρεία KSF δραστηριοποιήθηκε εν τέλει στην περιοχή της Καλλονής και οι συνέπειες της λειτουργίας της (καταστροφικές σύμφωνα με την εκδοχή αλλά και τις διαπιστώσεις των εντοπίων), πυροδότησαν προστριβές και αντιπαραθέσεις, οι οποίες έφτασαν έως τα δικαστήρια το 1996.
Σύμφωνα με τις πολλαπλές αναφορές στον τοπικό και αθηναϊκό τύπο της εποχής, αρκετοί αλιείς του θεώρησαν πως η KSF λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης του κόλπου Καλλονής, καθότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επεξέτεινε τα κλουβιά της σε πολλαπλάσια έκταση από εκείνη που είχε εγκριθεί αρχικά, ενώ καταλαμβάνοντας αυθαίρετα μια παραλία, ρύπαινε με κάθε είδους αλυσίδες, μπλόκια, πλυντήριο διχτυών.
Η λαγκάμνα, Κόλπος της Καλλονής Λέσβου, 1989
Παρατηρήθηκαν δε φαινόμενα, πρωτόγνωρα στη μακρόχρονη ενασχόλησή τους στον κόλπο Καλλονής. Θολά νερά, ψόφια ψάρια και μείωση των αλιευμάτων. Είναι γεγονός πως η εγκατάσταση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας σε κλωβούς πάχυνσης, αποτελεί από μόνη της, δραστηριότητα η οποία προσθέτει οργανικό φορτίο στο θαλάσσιο περιβάλλον. Πλην όμως, στο ευρύτερο μοντέλο “ανάπτυξης” που υιοθετήθηκε, δίχως ουσιαστικό σχεδιασμό άλλωστε, η συγκεκριμένη επιβάρυνση του κόλπου, δεν αποτέλεσε παρά την κορυφή του παγόβουνου.
Ταυτόχρονα, είχε ήδη ενταθεί η χρήση λιπασμάτων στις γεωργικές καλλιέργειες, και είχε μεταβληθεί η τεχνολογία των ελαιοτριβείων, επιβαρύνοντας τον κόλπο με την παραγωγή και απόρριψη σε αυτόν, πολλαπλάσιων πλέον ποσοτήτων υγρών αποβλήτων. Την ίδια εποχή, αυξήθηκε κατακόρυφα ο θερινός πληθυσμός των παράκτιων οικισμών με δεδομένες τις ανεπαρκείς υποδομές διάθεσης οικιακών αποβλήτων, και τέλος εντατικοποιήθηκε όπως είδαμε η τεχνική αλιείας οστράκων, φυσικών όμως φίλτρων του κόλπου, (Παναγιωτίδης, 1994).
Η λαγκάμνα, Κόλπος της Καλλονής Λέσβου, 1989
Υπό αυτές τις συνθήκες και με τα πνεύματα τόσο οξυμένα, δεν ήταν πάντα ευνόητη η παρουσία μου εκεί ως εθνογράφου και χρωστώ την αποδοχή μου από την συντριπτική πλειοψηφία της κοινότητας, στην εμπιστοσύνη που μου έδειξαν από την πρώτη κιόλας στιγμή κάποιοι πολύ νέοι τότε αλιείς, με τους οποίους και πραγματοποίησα τις περισσότερες εξόδους στη θάλασσα στα πλαίσια μιας έντονα βιωματικής συμμετοχικής παρατήρησης.
Οι συνομιλητές μου τότε, είχαν ήδη τότε αντιληφθεί την επικείμενη εξαφάνιση των χτενιών από τον κόλπο της Καλλονής, μολονότι δεν κατάφεραν δυστυχώς να αντιδράσουν συλλογικά, μιας και θεωρούσαν πως κάθε πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση εμπεριείχε “το σπέρμα της προδοσίας και της υποταγής” στα κελεύσματα της κάθε λογής ετερότητας, είτε εκείνη ονομάζεται κρατικός φορέας, είτε περιβαλλοντικός οργανισμός, είτε πανεπιστημιακό ίδρυμα.
Ημερολόγιο ενός νεαρού εθνολόγου στη Λέσβο, 1989
Η δε καταστροφική προσαρμογή και εντατικοποίηση των παραδοσιακών χειροπραξιακών τεχνικών αφενός, και η μετάλλαξη του συμβολισμού των ρυθμών (κατανομή και ένταξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων στο ημερολογιακό έτος), ανέδειξαν τελικά το αδιέξοδο των αντιφατικών χρήσεων του περιβάλλοντος.
Τόσο η πίεση προς το οικοσύστημα όσο και η διατάραξη της ισορροπίας ανάμεσα στην διαχείριση των φυσικών πόρων και την οικονομική υποτιθέμενη ευμάρεια, υποθήκευσαν πλέον σοβαρά το μέλλον της κλειστής αυτής θάλασσας, καθώς έγινε πλέον συνείδηση πως οι ιδεατές συνθήκες μιας κλειστής κοινωνίας με περιορισμένα μέσα και σχετικά φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές και τεχνικές εκμετάλλευσης των θαλασσίων πόρων πέρασε ανεπιστρεπτί.
Στο Αιγαίο, 2000
Έμαθα πολύ αργότερα (το 2009), πως μερικοί από τους ακάματους νεαρούς τότε βαρκάρηδες της λαγκάμνας και των χτενιών, μετανάστευσαν με την κατάρρευση των αλιευμάτων οριστικά σε άλλες χώρες, ορισμένοι μάλιστα δεν θέλησαν ποτέ να επιστρέψουν πίσω, ούτε ως επισκέπτες.
Διότι, όσο περνούν τα χρόνια, τα προβλήματα παραμένουν. Σε μια χώρα που έχει αποδυναμωθεί θανάσιμα από την “ελληνική κρίση”, η Λέσβος και ο κόλπος Καλλονής της δεν αποτελούν εξαίρεση. Όλα φαίνεται να συνεχίζονται όπως πριν, αλλά προς το χειρότερο.
Ενώ περισσότερο από το μισό του βυθού στον Κόλπο έχει καταστραφεί και η αλιεία αποδίδει ελάχιστα σε σύγκριση με τα μακρινά χρόνια του 1989, εξακολουθεί πάντως να γίνεται λόγος για απαγόρευση της χρήσης της λαγκάμνας πάλι επί των ημερών μας. Το 2025, η χρήση της εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης αν και ήδη από το 1989, όσοι εμπλέκονταν επί τόπου στα θέματα της αλιείας γνώριζαν τη ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό το εργαλείο στο οικοσύστημα του κόλπου.
Στο Αιγαίο, 2000
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, υπάρχει επί του παρόντος (2025) μια ισχυρή αντιπαράθεση μεταξύ δύο στρατοπέδων. Η πρώτη επικεντρώνεται σε μια μεγάλη εταιρεία που βρίσκεται στη Σκάλα Πολιχνίτου, της οποίας τα σκάφη εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τους αργαλιούς και η οποία επεξεργάζεται τα μύδια “της” για εξαγωγή στην Ιταλία.
Μια δεύτερη ομάδα αποτελείται κυρίως από ψαράδες που συνδέονται με τον Συνεταιρισμό Σκάλας Καλλονής, οι οποίοι απαιτούν την πλήρη παύση αυτού του είδους αλιείας. Τέλος, όπως παντού, έχει αναπτυχθεί ο… αρπακτικός τουρισμός, που χαρακτηρίστηκε από τους “γενναίους” πολιτικούς αυτής της ετοιμοθάνατης χώρας… “η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας”.
Στο Αιγαίο, 2000
Και τον Νοέμβριο του 2025, ο ίσως ελλιπής χωροταξικός σχεδιασμός, σε συνδυασμό με την εν μέρει άναρχη τουριστική ανάπτυξη, επιδείνωσαν τις ήδη σημαντικές ζημιές στην Καλλονή και τη Σκάλα που προκλήθηκαν από τις πλημμύρες, μετά από μια περίοδο έντονων βροχοπτώσεων.
Ας ελπίσουμε, ωστόσο, ότι έρχονται καλύτερες μέρες για τη Λέσβο, όπως και για την λοιπή Ελλάδα.
Όσοι λοιπόν ταξιδεύουν ακόμα επί των ημερών μας στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, μπορούν ίσως να καυχηθούν πως βρίσκονται αντιμέτωποι με τις αμέτρητες περιπλοκές της λεγόμενης νεωτερικότητας, εκείνες που αναπόφευκτα… έφερε καθώς λένε η θάλασσα, και όχι μόνον η θάλασσα.
Στο Αιγαίο, 2000
* Αρχική φωτογραφία: Τρεχαντήρι στο Αιγαίο. 2000